EL | EN | IT
Loading...
Λέσχη «Ο Ζάκυνθος» - Gran Guardia
Αναδρομή στο παρελθόν Χώρα Ζακύνθου Χώρα Ζακύνθου

Την εποχή της Βενετοκρατίας η Gran Guardia ,ήταν ένα είδος αστυνομικού καταστήματος με φυλακή. Το κτήριο αυτό αφού καταπονήθηκε επί χρόνια από τους σεισμούς γκρεμίστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1860.

Περιγραφή της Gran Guardia, την εποχή της παρακμής του Βενετσιάνικου “Stato del Mar” και του ίδιου του κτηρίου και μας δίνει ο Saint – Sauveur, ο γάλλος πρόξενος στην Ζάκυνθο το διάστημα 1789 – 1794: «…παραπλεύρως βρίσκεται η Gran Guardia, όπου μπορούμε να δούμε τριάντα στρατιώτες. Δεν είναι παρά ένα άσχημο μονώροφο σπίτι που περιβάλλεται από ένα ξύλινο φράκτη μέσα στον οποίο δυο ασταθή γέρικα κανόνια στηρίζονται πάνω σε σάπιους τροχούς, αποτελούν μια αρκετά θλιβερή εικόνα. Αυτός ο φράκτης είναι έργο παλαιοτέρων φυλακισμένων για κάποιο έγκλημα. Μπαίνοντας στις φύλακες καταλαμβανόμαστε από αισθήματα οίκτου και συμπάθειας προς τους τροφίμους. Ο διευθυντής διαμένει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο οποίο το φως της ημέρας εισβάλει μέσω ενός μικρού καγκελόφραχτου παράθυρου χωρίς τζάμια. Ένα δεύτερο διαμέρισμα χωρισμένο με ένα ξύλινο χώρισμα εξυπηρετεί ως κατοικία τους στρατιώτες και ως κελιά τους φυλακισμένους : δεν μας άφησαν να δούμε που κοιμούνται».


Η πολιτική «Λέσχη ο Ζάκυνθος» στεγάστηκε μετά το 1860 στο κτήριο που κατασκευάστηκε, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Φίλλιπου Χαρτά, στην θέση της Gran Guardia.

Περιγραφή των εσωτερικών χώρων της λέσχης διασώζει ο Ντίνος Κονόμος : «Η εξαιρετική εσωτερική διακόσμηση της, ιδιαίτερα στην αίθουσα εισόδου με τις μεγάλες ελαιογραφίες τοπίων της Ζακύνθου, το λαμπρό τεράστιο αναγνωστήριο της μ’ εφημερίδες και περιοδικά που έρχονταν απευθείας από την Ευρώπη, τα «στέκια των μόνιμων συντροφιών, που αντιπροσώπευαν όλους τους επιστημονικούς κλάδους και τα εμπορο – βιοτεχνικά επαγγέλματα του τόπου, η μνημειώδης εσωτερική μαρμάρινη διπλή σκάλα της αίθουσας του ζαχαροπλαστείου – καφενείου που οδηγούσε στον απάνου όροφο, οι ευρύτατες και κομψές αίθουσες χορού, με τη γαλαρία και τα μπαλκόνια τους, η χαριτωμένη «πιατσέτα» (το σπουδαιότερο θεωρείο της πλατείας), όλα αυτά έδιναν ως τα χρόνια μας έναν ιδιαίτερο αέρα πολιτισμού και ανθρώπινης επαφής στο αλησμόνητο «Ρωμιάνικο καζίνο» που, αλίμονο, έγινε κι αυτό στάχτη και καπνός τον Αύγουστο του 1953».